Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Νεοκεϋνσιανισμός κατά του Νεοφιλελευθερισμού

Εν όψει ευρωεκλογών ακούονταν και πάλι οι εξ αριστερών κραυγές εναντίον του νεοφιλελευθερισμού που η Αριστερά, η κομμουνιστική και η λεγόμενη ανανεωτική, τον έχουν αναγάγει ως το νέο δράκο στον ελληνικό κόσμο (σε Ελλάδα και Κύπρο), ο οποίος καθιστά αναγκαία τη δική τους παρουσία στο δημόσιο χώρο, στο ρόλο του Αγίου Γεωργίου.

Στην πολιτική, όμως, το διακύβευμα είναι πάντοτε όχι το τι βδελυσσόμαστε ή αποστρεφόμαστε, αλλά το τι αντιπροτείνουμε στη θέση του. Από το δημόσιο δε λόγο που αρθρώνουν οι κατερχόμενοι στις ευρωεκλογές με τη σημαία της Αριστεράς, οι κομμουνιστές και οι λεγόμενοι ανανεωτικοί, φαίνεται ότι δεν...
έχουν αναλύσει επαρκώς, ούτε έχουν κατανοήσει, πώς ακριβώς κατέρρευσε ο ούτω καλούμενος «υπαρκτός σοσιαλισμός» ή κομμουνισμός. Επίσης, φαίνεται πως δεν τους έχει απασχολήσει σοβαρά αυτός ο παγκόσμιος πολιτικός σεισμός των 60 Ρίχτερ, που συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του '80 και αρχές της δεκαετίας του '90.

Η προσέγγισή τους είναι, περίπου, πως οι «κακοί» κατάφεραν πάλι να κάνουν το «κακό», όπως και στα παραμύθια, ευρισκόμενοι οι ίδιοι ουσιαστικά, όχι στο χώρο της Ιστορίας, αλλά στο χώρο των παραμυθιών.

Σ' αυτό το κείμενο, με τη μέγιστη δυνατή συντομία, θα επιχειρήσω μια επιστημονική προσέγγιση αναφορικά με τι και πώς κατέρρευσε, τι υφίσταται και τι μπορεί να προταθεί ως αξιόπιστη και εφικτή εναλλακτική πρόταση σ' αυτό που υφίσταται. Στην ανθρώπινη ζωή, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, η επιλογή είναι πάντοτε μεταξύ ορατών προοπτικών και όχι μεταξύ ορατών και ονειρικών.

Αυτό που ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός» ή κομμουνισμός, ως οικονομικό σύστημα, εδραζόταν σε τρεις κολόνες:

α) Καθολική κρατικοποίηση της οικονομίας.

β) Απόλυτος κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας από την κρατική εξουσία.

γ) Επιδίωξη της μέγιστης δυνατής εθνικής οικονομικής αυτάρκειας• της μέγιστης δυνατής εθνικής αυτάρκειας, δηλαδή, στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.

Για να κατανοήσουμε στην εντέλεια πώς κατέρρευσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ή κομμουνισμός, θα πρέπει να αρχίσουμε την ανάλυσή μας από αυτό το τρίτο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του.

Η επιδίωξη της μέγιστης δυνατής εθνικής οικονομικής αυτάρκειας σήμαινε ότι οι προγραμματιστές του απόλυτου κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας από το κράτος ίδρυαν επιχειρήσεις και σε εκείνους τους τομείς της εθνικής οικονομίας, που η χώρα δεν συγκέντρωνε συγκριτικό οικονομικό πλεονέκτημα (comparative advantage), ακριβώς για να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή εθνική αυτάρκεια, σε ό,τι αφορούσε την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Ποια ήταν, όμως, η αναγκαία συνέπεια της τέτοιας καταστατικής οικονομικής πολιτικής του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ή κομμουνισμού;

Αυτό συνεπαγόταν κατ' ανάγκην ότι αυτές οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν μονίμως με οικονομικά ελλείμματα. Και από ποιες πηγές καλύπτονταν τα επί μονίμου βάσεως οικονομικά ελλείμματα των τέτοιων προβληματικών κατά κυριολεξία επιχειρήσεων; Ασφαλώς από τα οικονομικά πλεονάσματα των άλλων επιχειρήσεων, που λειτουργούσαν με οικονομικά πλεονάσματα. Τα οικονομικά πλεονάσματα των μη προβληματικών επιχειρήσεων ήταν τόσο υψηλά, ώστε από αυτά να καλύπτονταν, τόσο οι πάγιες ανάγκες του κράτους (π.χ. στρατός, αστυνομία, δημόσιοι υπάλληλοι κ.λπ.) όσο και τα επί μονίμου βάσεως υφιστάμενα οικονομικά ελλείμματα των προβληματικών επιχειρήσεων; Ασφαλώς, όχι. Απεναντίας, τα οικονομικά πλεονάσματα των μη προβληματικών επιχειρήσεων ήταν πενιχρά, γιατί τα καταβρόχθιζε η υδροκέφαλη γραφειοκρατία, ο πύθος των Δαναΐδων, του κράτους-μπακάλης (καθολικά κρατικοποιημένη οικονομία), η γενική οικονομική ανεπάρκεια που ήταν απότοκος της ανυπαρξίας ελεύθερου οικονομικού ανταγωνισμού και η παντελής ανυπαρξία πολιτικού ελέγχου της κρατικής εξουσίας, αφού δεν υφίσταντο ελεύθεροι δημοκρατικοί πολιτικοί θεσμοί και η όποια αντιπολίτευση ήταν εκτός νόμου.

Ε, αυτή η κατάσταση κράτησε με τη σιδερένια πυγμή της μονοκομματικής δικτατορίας, που κατ' ευφημισμόν ονομάστηκε «δικτατορία του προλεταριάτου»[1] ή «λαϊκή δημοκρατία», 70 χρόνια στην πρώην ΕΣΣΔ και 45 χρόνια στις πρώην κομμουνιστικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης, μέχρι που το οικονομικό σύστημα οδηγήθηκε σε πλήρη χρεοκοπία, η οποία μοιραία επέφερε την κατάρρευσή του. Και η κατάρρευση του οικονομικού συστήματος συμπαρέσυρε στην κατάρρευση και το πολίτευμα της μονοκομματικής δικτατορίας.

Εφόσον το τέτοιο οικονομικό σύστημα διέψευσε απολύτως τις προσδοκίες των λαών που το υπέστησαν, για περισσότερο και καλύτερης ποιότητας ψωμί -για το παντεσπάνι, δε, επρόκειτο περί ονείρου θερινής νυκτός- ένιωσαν εντελώς ανόητοι αυτοί οι λαοί να υφίστανται πολίτευμα θεσμικής κατάργησης των ατομικών και πολιτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, με άλλες λέξεις των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών τους, ως «μεταβατικό στάδιο», τάχατες, προς την «αταξική κοινωνία», που θα καθίστατο εφικτή... κατά τη «δευτέρα παρουσία» ενός νέου Λένιν!

Ουσιαστικά, επρόκειτο περί του βιώματος ανθρώπου, ο οποίος εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης και ακούει από το στόμα του διευθυντή των φυλακών στις οποίες εκτίει την ποινή του ότι ο εγκλεισμός του στη φυλακή είναι μεταβατικό στάδιο, για μια άλλη καλύτερη κατά κόσμον ζωή.

Η οικονομία της αγοράς από την αποκλειστικά οικονομική οπτική γωνία, αφ' εαυτής αποτελεί ισχυρή ασφαλιστική δικλίδα, εναντίον της οικονομικής χρεοκοπίας της εθνικής οικονομίας της χώρας.

Η οικονομία της αγοράς, ωστόσο, στο απόλυτο, στο ακραίο της μοντέλο, όπως το επεξεργάστηκε θεωρητικά ο εκφραστής του Άνταμ Σμιθ, μπορεί μήπως να καλύψει επαρκώς τις θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες του κοινωνικού συνόλου; Η απάντηση στο ερώτημα είναι ασφαλώς όχι. Στα σίγουρα το οικονομικό μοντέλο του Άνταμ Σμιθ δεν είναι «όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Η απόλυτη αυτόματη αυτορρύθμιση της κοινωνίας, μέσα από τους κοινωνικά «ουδέτερους» μηχανισμούς της αγοράς, οδηγεί στην «ελευθερία των αγρίων», όπως πολύ εύστοχα τη χαρακτήρισε κάποιος πολιτικός στοχαστής. Οδηγεί, δηλαδή, σε μια κοινωνία κοινωνικού δαρβινισμού, όπου τα αδύνατα μέλη της κοινωνίας οδηγούνται στην κοινωνική περιθωριοποίηση κι έτσι έχουμε κοινωνίες δύο ταχυτήτων. Κοινωνίες συνύπαρξης της πολυτέλειας και της χλιδής, με την ανθρώπινη στέρηση.

Ο μεγάλος θεωρητικός της Πολιτικής Οικονομίας που κολύμπησε σε πολύ βαθιά νερά, όσον αφορά την απόλυτη κατανόηση του χαρακτήρα και την προσέγγιση του πυρήνα των προβλημάτων της οικονομίας της αγοράς, ήταν ο Τζον Μ. Κέινς, που είναι πάντοτε επίκαιρος.

Ως εύστοχα διαπίστωσε ο Τζον Μ. Κέινς, το σπουδαιότερο γνώρισμα της οικονομικής διαδικασίας στην οικονομία της αγοράς είναι η απουσία ενός εγγενούς μηχανισμού της αγοράς, που θα κρατεί τη συνολική ζήτηση σε εκείνο το επίπεδο που θα χρειαζόταν για να διατηρηθεί η πλήρης απασχόληση. Αφού, λοιπόν, η οικονομία της αγοράς εγγενώς δεν διαθέτει έναν τέτοιο μηχανισμό πρέπει, λέει ο Κέινς, να αναλάβει την πρωτοβουλία το κράτος όταν υπάρχει ανεργία και να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να ανεβάσει την πραγματική συνολική ζήτηση σε τέτοιο επίπεδο, το οποίο να εναρμονίζεται με την πλήρη χρησιμοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Όταν οι ιδιωτικές επενδύσεις πέφτουν κάτω από το αναγκαίο επίπεδο, πρέπει να είναι έτοιμο το κράτος να κάνει όλα τα απαραίτητα, ώστε να ισορροπήσει την έλλειψη ιδιωτικών επενδύσεων, με την προσθήκη δημόσιων επενδύσεων για την κάλυψη της ανεπάρκειας των ιδιωτικών επενδύσεων ή και με άλλα κρατικά παρεμβατικά μέτρα ενθάρρυνσης και αναζωογόνησης της ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας προς εξασφάλιση συνθηκών πλήρους απασχόλησης.

Η σύγχρονη οικονομία παρουσιάζει βέβαια δύο στοιχεία, τα οποία τη διαφοροποιούν από την εποχή της συγγραφής των μελετών του Τζον Μ. Κέινς. Αυτά είναι η παγκοσμιοποίηση της κοινωνίας και της οικονομίας και η τεχνολογική επανάσταση. Περαιτέρω, σε περιφερειακό επίπεδο, έχουμε επίσης και την ευρωπαϊκή ενοποίηση (την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά).

Επομένως, η έγκυρη, αξιόπιστη αλλά και αναπόδραστη αντιπρόταση στο νεοφιλελευθερισμό, δηλαδή στο οικονομικό μοντέλο του Άνταμ Σμιθ υπό τις σημερινές συνθήκες, είναι στα σίγουρα ο νεοκεϋνσιανισμός  Δηλαδή, κεϋνσιανή κοινωνικοοικονομική λογική, με νέα εργαλεία. Με τα εργαλεία που υπαγορεύουν οι νέες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης της κοινωνίας, της οικονομίας, της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της τεχνολογικής επανάστασης.

Η σύγχρονη παρέμβαση του Δημοσίου στην οικονομία, αναπόφευκτα, θα στοχεύει:

α) Στη δημιουργία συνθηκών πλήρους απασχόλησης.

β) Στη θέσπιση και εφαρμογή ενός ολοένα και πιο διευρυμένου καταλόγου κοινωνικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που θα κατατείνουν αφ' ενός μεν στην ύφανση ενός δικτύου προστασίας για τα αδύνατα μέλη της κοινωνίας, αφ' ετέρου δε στην εξίσωση στο μέγιστο δυνατό βαθμό των όρων του ανταγωνισμού για όλα τα μέλη της κοινωνίας, όσον αφορά την ατομική εξέλιξη-ανέλιξη του καθενός εντός της κοινωνίας, έτσι που βήμα προς βήμα να αναιρείται η κοινωνία των δύο ταχυτήτων.

γ) Στην προώθηση της βιομηχανικής δημοκρατίας (industrial democracy), που σημαίνει:

1) Συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων με δημοκρατικά εκλεγμένους αντιπροσώπους.

2) Συμμετοχή των εργαζομένων και στη διανομή επί ενός μη πληθωριστικού ποσοστού των ετησίων καθαρών κερδών των επιχειρήσεων, ασφαλώς κατ' ισομοιρίαν.

δ) Στην προάσπιση του εθνικού πολιτισμού, καθότι στο πλαίσιο της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και κοινωνίας, οι μικρές εθνότητες και εθνοτικές ομάδες (όπως π.χ. ο κυπριακός ελληνισμός) αντιμετωπίζουν σοβαρό υπαρκτό κίνδυνο να περάσουν μέσα από την κοινωνική διαδικασία της πολιτισμικής αλλοτρίωσης - αφομοίωσης - ιστορικής εξαφάνισης, ως έχει συμβεί με τους Φοίνικες, Σουμερίους, Χετταίους, Ασσυρίους, Φιλισταίους κ.ά. Και κυρίαρχο στοιχείο του εθνικού μας πολιτισμού είναι η μητρική - εθνική μας γλώσσα.

ε) Στην προστασία του περιβάλλοντος από την επ' αυτού διαβρωτική επίδραση της τεχνολογικής επανάστασης.

Και, βεβαίως, η κεϋνσιανής λογικής παρέμβαση του Δημοσίου στην οικονομία υπό τις σύγχρονες συνθήκες, θα γίνεται σε διττό επίπεδο:

α) Από τις εθνικές κυβερνήσεις.

β) Από τους υπερεθνικούς θεσμούς, περιφερειακούς (π.χ. Ευρωπαϊκή Ενωση) και παγκόσμιους (π.χ. ΟΗΕ, δηλαδή μέσα από τα προγράμματα του ΟΗΕ για την κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη του τρίτου κόσμου).

Σε τελική ανάλυση, ο νεοκεϋνσιανισμός ως η εφικτή, αξιόπιστη και αναπόδραστη αντιπρόταση στο νεοφιλελευθερισμό, είναι το μοντέλο: Οικονομική ανάπτυξη με ανθρώπινο πρόσωπο. Προς αυτό το μοντέλο θα κατατείνει σταθερά και κατ' ανάγκην η κοινωνικοοικονομική πολιτική του προβλεπτού μέλλοντος. Με πολιτικούς όρους μιλάμε για την Κοινωνική Δημοκρατία (Social Democracy).

Ο Άνταμ Σμιθ μοιραία θα έχει την τύχη που είχε ο Καρλ Μαρξ, ο οποίος δεν μπορεί να νεκραναστηθεί, προς άφατη θλίψη των κομμουνιστών και άλλων παραδοσιακών αριστερών.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
[1]. Η επαναστάτρια του μπολσεβικικού κινήματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, όταν διαπίστωσε πώς κατέληξε στην πράξη το δόγμα της «δικτατορίας του προλεταριάτου» κατά την περίοδο του σταλινισμού, το περιέγραψε πως είναι «η δικτατορία του κόμματος πάνω στο προλεταριάτο, η δικτατορία της κεντρικής επιτροπής πάνω στο κόμμα και, τέλος, η δικτατορία ενός ανθρώπου πάνω στην κεντρική επιτροπή και το κόμμα».

Νίκος Ιακωβίδης
Nομικός του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/07/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου