Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

O καπιταλισμός του τζόγου*

Του Σταύρου Λυγερού**

Η εκδήλωση αρχικά της διεθνούς οικονομικής κρίσης και στη συνέχεια της κρίσης χρέους χωρών-μελών της Ευρωζώνης άλλαξε ριζικά το τοπίο. Όλα τα παραπάνω πέρασαν στο περιθώριο, αφού η κρίση έφερε στην επιφάνεια τις εγγενείς αντιφάσεις και τις λειτουργικές ανεπαρκές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Για να εστιάσουμε σ' αυτές, όμως, είναι απαραίτητο να προηγηθούν μερικές παρατηρήσεις για τη δυναμική του διεθνούς οικονομικού συστήματος.

Η οικονομική κρίση που σάρωσε την καρδιά του καπιταλισμού και διαχύθηκε παγκοσμίως δεν είναι μια τυπική κυκλική κρίση. Είναι απόρροια τns μετάλλαξης του καπιταλισμού που επέφερε η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και η παγκοσμιοποίηση. Ως εκ τούτου, μόνο κεραυνός εν αιθρία δεν ήταν. Από χρόνια υπήρχαν προειδοποιήσει ότι η εκφυλιστική διολίσθηση του καπιταλιστικού συστήματος σε έναν αχαλίνωτο τζόγο θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε μείζονα κρίση. Οι χρυσοπληρωμένοι αναλυτές των κάθε είδους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων χλεύαζαν αλαζονικά αυτές τις προειδοποιήσεις. Ακόμα και όταν η κρίση χτύπησε δυνατά την πόρτα, οι επαγγελματίες των Αγορών προτίμησαν τη θαλπωρή των ψευδαισθήσεων, αποδεικνύοντας πόσο δυνατό είναι το σύνδρομο του Τιτανικού.

Οικονομολόγοι με βαρύγδουπους ακαδημαϊκούς τίτλους, οι οποίοι για χρόνια αγιογραφούσαν τον καπιταλισμό του τζόγου, δεν έκαναν ποτέ τον κόπο να εξηγήσουν για ποιο λόγο είναι...


αναγκαία όσα από τα παράγωγα δεν εξυπηρετούν ανάγκες τns πραγματικής οικονομίας. Το γεγονός ότι τα μη αναγκαία παράγωγα κυριάρχησαν και οδήγησαν σε μια κατάσταση που θυμίζει αεροπλανάκι είναι μια αλάνθαστη ένδειξη ότι η τάση αυτή είναι εγγενής και ως εκ τούτου δύσκολα τιθασεύεται. Από την άλλη πλευρά, όμως, η κρίση απέδειξε ότι, εάν οι αγορές αφεθούν χωρίς κανόνες και όρια, η οικονομία του τζόγου αυτονομείται από την πραγματική οικονομία, διογκώνεται υπέρμετρα και την υπονομεύει καίρια.

Σύμφωνα με εμπεριστατωμένες μελέτες, μόνο το ένα δέκατο πέμπτο (1/15) του παγκόσμιου ΑΕΠ αντιστοιχεί σε πραγματική παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, τα οποία μπορούν να μετρηθούν με φυσικές μονάδες και αντιστοιχούν σε κάποια μορφή νομίσματος ή ισοδύναμης αξίας, όπως είναι ο χρυσός. Τα υπόλοιπα 14/15 είναι φούσκα, μια υπόσχεση πληρωμής. Όταν αρχίζει να αμφισβητείται η εμπιστοσύνη ότι αυτή η υπόσχεση θα εκπληρωθεί, τότε ο κίνδυνος μίας κρίσης ντόμινο που οδηγεί σε κραχ καθίσταται πιθανός.

Από το σύνδρομο του Τιτανικού αποδείχθηκε πως ήταν μολυσμένες και οι κυβερνήσεις. Αν και τα σημάδια για το τσουνάμι που ερχόταν ήταν πολλά, οι κυβερνήσεις δεν τα έλαβαν υπόψη. Την ευθύνη για την κρίση δεν την έχουν τα περιβόητα golden boys των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Αυτά δεν θα συμπεριφέρονταν με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν εάν δεν τους το είχαν επιτρέψει οι πολιτικές εξουσίες. Αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός και ο μεγάλος ένοχος. Αυτές, και όχι οι κάθε είδους χρυσοκάνθαροι των Αγορών, ψηφίστηκαν από τους πολίτες για να διασφαλίζουν τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος, προστατεύοντάς το από πρακτικές που το υπονομεύουν.

Οι κυβερνήσεις, όμως, έπραξαν το αντίθετο. Δεν πρόκειται για απλή ολιγωρία. Ούτε καν για λανθασμένη πολιτική επιλογή. Το ανεξέλεγκτο των Αγορών έχει εδώ και χρόνια μετατραπεί σε κυρίαρχη ιδεοληψία, σε θρησκευτικού τύπου δόγμα. Ένα πολύ βολικό δόγμα, αφού η διαπλοκή της πολιτικής εξουσίας με το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει προσλάβει πρωτοφανείς διαστάσει προς όφελος και των δύο πλευρών. Οι κυβερνώντες, βεβαία, ωφελούνται ως άτομα και όχι ως θεσμός. Ας θυμηθούμε τη διαβόητη ρήση του Ρόναλντ Ρέιγκαν (προέδρου των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980) ότι «οι κυβερνήσεις είναι το πρόβλημα και όχι η λύση. Τη λύση δίνουν οι Αγορές». Αυτό το δόγμα κυριάρχησε όχι μόνο στον χώρο των Αγορών, αλλά και στον χώρο της πολιτικής εξουσίας και των ΜΜΕ. Ήταν τόσο θεολογική η προσέγγιση, που ακόμα και τα καλύτερα πανεπιστήμια είχαν φτάσει στο σημείο να εξαιρούν από τη διδασκαλία τους οτιδήποτε αντίθετο, ακόμα και τις θεωρίες του Κέυνς!

Οι κυβερνήσεις λειτούργησαν όχι σαν Προμηθείς, όπως είχαν καθήκον, αλλά σαν Επιμηθείς. Με τη στάση τους επέτρεψαν στο χρηματιστικό κεφάλαιο να προκαλέσει πυρκαγιά και στη συνέχεια προσπάθησαν να τη σβήσουν. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (Σεπτέμβρη 2011) υποτίθεται ότι η διεθνής κρίση είναι πια πίσω. Η κρίση, όμως, μόνο εν μέρει εκτόνωσε τη φούσκα. Το ενδεχόμενο να εκδηλωθεί ένα δεύτερο και ίσως πιο καταστροφικό κύμα της κρίσης συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες. Σ' αυτή την εκτίμηση συγκλίνουν πια πολλοί οικονομολόγοι.(Σημ: Πόσο δίκιο είχε ο Λυγερός)

Η βασική αρχή του καπιταλισμού είναι πως οι επιχειρήσεις επιβραβεύονται ή τιμωρούνται από την αγορά. Όπως απέδειξαν τα γεγονότα, οι τράπεζες εξαιρούνται απ' αυτόν τον κανόνα. Οι πολιτικές ελίτ έκριναν ότι δεν πρέπει να αφήσουν τις τράπεζες που είχαν φορτωθεί τοξικά να χρεοκοπήσουν. Τις χρηματοδότησαν, λοιπόν, με τρισεκατομμύρια ευρώ, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η χρεοκοπία τους  θα είχε καταστροφή συνεπές για τις οικονομίες.

Εάν, όμως, η επιβίωση των τραπεζών είναι εγγυημένη από το κράτος, σημαίνει ότι δεν υφίστανται τη δοκιμασία των Αγορών. Η δοκιμασία της αγοράς δεν είναι μόνο ο μεταξύ τους ανταγωνισμός  σε περιόδους θετικής ανάπτυξης, είναι και ο κανόνας επιβίωσης σε συνθήκες  κρίσης. Με άλλα λόγια, είναι βαθιά ανήθικο και πολιτικά απαράδεκτο σε συνθήκες κρίσης οι τράπεζες (και οι συναφείς επιχειρήσεις) να χρηματοδοτούνται πλουσιοπάροχα από τους φορολογούμενους και στις περιόδους παχιών αγελάδων να αποκομίζουν υπερκέρδη, τα οποία, βεβαίως δεν μοιράζονται με το κράτος.

Το επιχείρημα των κυβερνήσεων ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να χρεοκοπήσουν επειδή είναι το κυκλοφορικό σύστημα της οικονομίας είναι βάσιμο. Από τη στιγμή, όμως, που αυτό θεωρείται δεδομένο, πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα ειδικό καθεστώς μόνιμου εσωτερικού κρατικού ελέγχου στις τράπεζες, το οποίο να εγγυάται τον σεβασμό των νέων κανόνων και την αποτροπή του τυχοδιωκτισμού. Δεν αρκεί η αμφίβολη διασφάλιση πως το κράτος θα πάρει πίσω τα χρήματα του, όταν η κρίση ξεπεραστεί. Με την ίδια λογική, και άλλες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να απαιτήσουν κρατική χρηματοδότηση για να αποφύγουν την κατάρρευση λόγω κρίσης, υποσχόμενες ότι θα επιστρέψουν τα δανεικά. Το γεγονός ότι ένα κρατικοποιημένο τραπεζικό σύστημα είναι αντιπαραγωγική λύση δεν σημαίνει πω; καλύτερη λύση είναι "τα κέρδη δικά μου και οι ζημιές δικές σας".

Στην πραγματικότητα, η κρίση έφερε με καταλυτικό τρόπο στην επιφάνεια τη δομική ανισορροπία του συστήματος. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσει, απομυθοποίησε ιδεολογήματα που μέχρι πρότινος είχαν ισχύ αναμφισβήτητης αλήθειας. Κατέστησε εξόφθαλμο ότι το σύστημα είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μιας ολιγαρχίας του χρήματος και όλα τα άλλα είναι αφόρητη υποκρισία. Όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, εθεωρείτο έγκλημα καθοσιώσεως ακόμα και η παραμικρή κρατική παρέμβαση. Όταν ενέσκηψε η καταιγίδα που προκάλεσαν ίδιες οι τράπεζες, οι ιεροφάντες τns ανεξαρτησίας των Αγορών, που θεωρούσαν ιερή και απαραβίαστη αρχή τον ανταγωνισμό, τον κατακρεούργησαν. Ζητούσαν την παρέμβαση του κράτους και το χειροκρότησαν όταν έσπευσε με χρήμα των φορολογουμένων να ξελασπώσει τους πρωταγωνιστές του τζόγου, κοινωνικοποιώντας τις ζημιές τους.

Περιττό να σημειωθεί πως, όταν άρχισε η κατάσταση να εξομαλύνεται, οι τράπεζες επανήλθαν στις ίδιες δραστηριότητες που προκάλεσαν την κρίση. Τα ποικίλα παπαγαλάκια που μέχρι την κρίση χλεύαζαν αλαζονικά κάθε κριτική στο σύστημα άρχισαν να ξανασερβίρουν σαν απόλυτες αλήθειες τα ίδια ακριβώς ιδεολογήματα. Όπως σημείωνα πριν από 15 περίπου χρόνια, «ο νεοφιλελευθερισμός καλλιεργεί κλίμα ιδεολογικού φονταμενταλισμού. Την ώρα που θεοποιούν τη δημοκρατία, τον πλουραλισμό και τον σεβασμό στο διαφορετικό, την ίδια ώρα δεν αναγνωρίζουν ότι υπάρχει διαφορετική οικονομική πολιτική. Ο ιδεολογικός ολοκληρωτισμός στο απόγειο του! Δεν αφήνει περιθώριο για άλλη άποψη. Όσοι αποκλίνουν από τη "μία και μοναδική αλήθεια" δεν ρίχνονται στην πυρά από την Ιερά Εξέταση. Πετάγονται, όμως, στο περιθώριο σαν γραφικοί, ή στην καλύτερη περίπτωση σαν αιθεροβάμονες ιδεολόγοι! Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι σ' όλο αυτό το ρεύμα της "μίας και μοναδικής σκέψης" πρωτοστατούν και ανακυκλωμένοι αριστεροί, που ανακάλυψαν καθυστερημένα τις "νομοτέλειες" της οικονομίας» (4η Εξουσία, 17-4-1997).

Η θεσμοθέτηση αυστηρών κανόνων εποπτείας των χρηματαγορών και η επιβολή ενός φόρου στις χρηματιστικές συναλλαγές ήταν το ελάχιστο που έπρεπε να πράξουν οι κυβερνήσεις. Δεν το έκαναν, όμως, επειδή οι πολιτικές ελίτ έχουν με το ένα πόδι προσχωρήσει στην παγκοσμιοποιημένη αυτοκρατορία του χρήματος, υπονομεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο καίρια το δημοκρατικό πολίτευμα.

Η αποκόλληση του χρηματιστικού κεφαλαίου από το πλαίσιο των κρατών και η διαμόρφωση μιας παγκόσμιας ολιγαρχίας του χρήματος έχουν δημιουργήσει έναν νέο τύπο κεφαλαιοκράτη, ο οποίος ζει υπερβατικά σε ένα διεθνές δίκτυο που λειτουργεί πάνω από τις κοινωνίες. Ως εκ τούτου, ενδιαφέρεται ελάχιστα για την κατάσταση των κοινωνιών. Απ' αυτή την άποψη, λειτουργεί πολύ διαφορετικά από τον παραδοσιακό κεφαλαιοκράτη, ο οποίος είναι οργανικά συνδεδεμένος με μια κοινωνία και κατά συνέπεια είναι υποχρεωμένος να συνυπολογίζει τις κοινωνικέ δυναμικές και να επιδιώκει κάποια ισορροπία.

*«Για εύλογη χρήση μόνο»
**Από την κλεπτοκρατία στην χρεοκοπία, Λιβάνης, 2011  σελ 286-291

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου